ΕΡ.: ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΤΙΣ ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΒΡΕΦΟΚΟΜΕΙΑΣ
Απ.: προσφορά της όσο το δυνατόν καλύτερης αγωγής και φροντίδας σε ένα περιβάλλον που να προσφέρει στο παιδί.
1. Επαρκή τροφή και υγιεινή φροντίδα
2. Πρόληψη και έγκαιρη φροντίδα των σωματικών μειονεξιών και ασθενειών, βοήθεια και αντιμετώπιση των δύσκολων καταστάσεων, σωματική ασφάλεια και ανακούφιση.
3. Μικρό σχετικά άρθρο ενηλίκων, που να έχουν συνεχή θερμή και στοργική σχέση με το παιδί που αναλαμβάνουν, ενθαρρύνοντας την διαπροσωπική ανταλλαγή.
4. Συνεχή επαφή με ενήλικες και με άλλα παιδιά, που να είναι ιδιαίτερα ευχάριστη, εκφραστική και θερμή.
5. Λεκτική ανταπόκριση. Να υπάρχει ένας “συνομιλητής” για το παιδί.
6. Ένα ενήλικα που να βοηθά το παιδί να ελέγχει τη συμπεριφορά του, δηλαδή να μάθει τι επιτρέπεται και τι όχι, να θέτει όρια και απαγορεύσεις που καθοδηγούν την ανάπτυξη. Ένα ενήλικα που βοηθά το παιδί να μάθει να είναι ικανό και αποτελεσματικό, και που ο ίδιος είναι ικανός να χειρίζεται σωστά το παιδί.
7. Ενήλικες που σέβονται την ατομικότητα του παιδιού, την οικογένεια του, την εθνική του ταυτότητα.
8. Ενήλικες που θα είναι ευαίσθητοι και σέβονται τον διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης του κάθε παιδιού και τη μοναδικότητα του.
9. Συνέπεια, σταθερότητα και τάξη σε καταστάσεις που αφορούν το σώμα του και τις διαπροσωπικές του σχέσεις- σταθερότητα στις ώρες γευμάτων, ύπνου και στη διάταξη των επίπλων- σταθερή παρουσία των ενηλίκων που ασχολούνται με το παιδί.
10. Ποικιλία, ευκαμψία και εναλλαγή στο φυσικό περιβάλλον, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια μιας συνέχειας.
11. Συνθήκες μάθησης που συντελούν στην απόκτηση και στην άσκηση δεξιοτήτων. Ευκαιρίες για δράση και αντικείμενα για να τα χειρίζονται.
1.Τι γνωρίζετε για τον προ-γενετικό έλεγχο, κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και του τοκετού;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Με τις εξετάσεις θα διαγνωσθούν τυχόν παθολογικές καταστάσεις του τραχήλου της μήτρας ή του κόλπου που μπορεί να χρειαστούν κάποια θεραπεία με χάπια, κολπικές αλοιφές ή κολπικά υπόθετα. Κι η θεραπεία αυτή γίνεται πολύ καλύτερα αν δεν υπάρχει έμβρυο στην μήτρα της γυναίκας.
Όσο απαραίτητη, όμως είναι η επαφή με τον γιατρό πριν την εγκυμοσύνη, είναι και κατά την διάρκειά της. Η έγκυος γυναίκα θα πρέπει να επισκέπτεται τον γιατρό της κάθε μήνα, εάν δεν συντρέχει άλλος λόγος μέχρι τις 32 εβδομάδες. Από τις 32 εβδομάδες κάθε 15 ημέρες και από τις 36 εβδομάδες μέχρι να γεννήσει 1 φορά την εβδομάδα. Σε κάθε επίσκεψη μετράται η αύξηση του βάρους, η αρτηριακή πίεση, η αύξηση της μήτρας, εξετάζεται η θέση του εμβρύου ψηλαφητικά, και γίνεται ακρόαση των παλμών του εμβρύου. Επίσης, ανασκοπούνται αιματολογικές και ουρολογικές εξετάσεις που έχουν δοθεί, συγκρίνονται με τις προηγούμενες και δίνονται νέες.
Από την πρώτη επίσκεψη, ο ιατρός θα ζητήσει ένα ιστορικό, την ημερομηνία της τελευταίας περιόδου σας και θα υπολογίσει την πιθανή ημερομηνία γέννησης. Θα ακολουθήσει μια γενική εξέταση καθώς και μία εξέταση της πυέλου, και αν χρειαστεί, εξετάσεις αίματος και ούρων.
Η μεγάλη συνεισφορά της υπερηχογραφίας στην παρακολούθηση των εγκύων γυναικών , της ανάπτυξης των εμβρύων ,τη διάγνωση των παθολογικών καταστάσεων τόσο στις έγκυες όσο και στα έμβρυα άλλαξε τελείως τον τρόπο της Μαιευτικής αντιμετώπισης .Απο τότε που για πρώτη φορά διαπιστώθηκαν γενετικές ανωμαλίες στον υπερηχογραφικό έλεγχο προγεννητικά του 1970 ο αριθμός των ανωμαλιών που μπορούν να διερευνηθούν πρίν τη γέννα έχει αυξηθεί πάρα..πολύ.
Από το ξεκίνημα της εγκυμοσύνης μέχρι και τον τοκετό η έγκυος γυναίκα αναμένεται να επισκέπτεται το γιατρό της περίπου μία φορά το μήνα ,εκτός αν υπάρχουν ειδικές καταστάσεις δίδυμος,,τρίδυμος,,κύηση,,ή,,επιπλοκή. Τα βασικά υπερηχογραφήματα θα μπορούν να διαχωριστούν σε τέσσερα.
Το πρώτο περί την 6 εβδομάδα της εγκυμοσύνης .
• για να επιβεβαιώσουμε την κύηση με την ύπαρξη του εμβρυικού σάκου μέσα στη μήτρα και να αποκλείσουμε την πιθανότητα για εξωμήτριο κύηση.
• Να διαπιστώσουμε την ύπαρξη της καρδιακής λειτουργίας που αυτό θα δώσει μεγαλύτερη ασφάλεια στην έγκυο που στην αρχή της εγκυμοσύνης δεν έχει άλλο τρόπο να ξέρει ότι η εγκυμοσύνη προχωράει καλά εφόσον το έμβρυο είναι μικρό και δεν το αισθάνεται όπως αργότερα.
• Να διαπιστώσουμε εάν πρόκειται για ένα έμβρυο ή πολύδυμη κύηση.
Το δεύτερο υπέρηχο που είναι βασικό για τον προγεννητικό έλεγχο της εγκύου είναι ο έλεγχος για το Σύνδρομο Down στο τέλος του πρώτου τριμήνου.
Αυτό πραγματοποιείται μεταξύ της 11 και 13 εβδομάδας κυήσεως και βοηθά να υπολογίσουμε την πιθανότητα που έχει η γυναίκα να φέρει ένα παιδί που πάσχει από σύνδρομο Down (μογγολισμό).Το σύνδρομο Down είναι μία μη αναστρέψιμη βλάβη που οφείλεται στην ύπαρξη ενός επιπλέον χρωμοσώματος στο έμβρυο κάτι που συμβαίνει τυχαία τη στιγμή της σύλληψης και δεν ευθύνονται σε τίποτα οι γονείς.
Ο έλεγχος αυτός περιλαμβάνει δύο πράγματα.
1.Την υπερηχογραφική μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας του εμβρύου -ύπαρξη ρινικού οστού.
2.Τη λήψη αίματος από τη μητέρα για την μέτρηση της ειδικής πρωτείνης του πλακούντα της PAPP-a και της ελεύθερης β-χοριακής γοναδοτροπίνης .
Η ηλικία της μητέρας και η ακριβής ηλικία εγκυμοσύνης είναι απαραίτητη προυπόθεση για την ορθή εκτίμηση των αποτελεσμάτων του screening για χρωματοσωμική ανωμαλία.Επίσης στο υπερηχογράφημα αυτό μπορεί να γίνει ο πρώτος έλεγχος ανωμαλιών εγκεφάλου ,καρδιάς ,διαφραγματοκήλης,νεφρών όπως και σπονδυλικής στήλης και άνω και κάτω άκρων.
Το τρίτο υπέρηχο είναι το αναλυτικό υπερηχογράφημα Β' ΕΠΙΠΕΔΟΥ που γίνεται στο δεύτερο τρίμηνο της της εγκυμοσύνης μεταξύ 20 και 22 εβδομάδας και πρόκειται για το πιο λεπτομερές υπερηχογράφημα του εμβρύου .Γίνονται μετρήσεις σε όλες τις λειτουργικές περιοχές του εμβρύου όπως το κρανίο, ο εγκέφαλος , αυχένας,κοιλιά ,νεφροί, άνω και κάτω άκρα.Γίνεται έλεχγος της καρδιάς ,των πνευμόνων, του προσώπου,του γαστρεντερικού σωλήνα ,της σπονδυλικής στήλης όπως και το φύλο του παιδιού.Γίνεται έλεγχος με DOPPLER της ροής του αίματος στον ομφάλιο λώρο και την μητριαία αρτηρία για να επιβεβαιώνουμε την καλή αιμάτωση του πλακούντα.Σε αυτόν τον υπέρηχο μπορεί να γίνει έλεγχος για το μήκος του τραχήλου της μήτρας ώστε να εκτιμηθεί ο πιθανός κίνδυνος πρόωρου τοκετού.
Τελευταίο είναι το υπερηχογράφημα τρίτου τριμήνου -βιοφυσικό προφίλ εμβρύου.
Μετά την 28 εβδομάδα κυήσεως ο υπερηχογραφικός έλεχγος πραγματοποιείται προκειμένου να επιβεβαιώσουμε τη σωστή ανάπτυξη και το βάρος του εμβρύου δίνοντας προσοχή στην καρδιακή λειτουργία ,στην κινητικότητα του και στις αναπνευστικές κινήσεις του.Επιβεβαιώνουμε τη θέση του εμβρύου όπως και την οριστική θέση του πλακούντα και την ποσότητα του αμνιακού υγρού.
3. Η αντίληψη ως γνωστική λειτουργία. Ορισμός και διαδικασία σχηματισμού.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ. ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ ΝΑ ΠΡΟΣΛΗΦΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΙΣΘΗΤΙΡΙΑΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, ΝΑ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΕΙΘΟΥΝ ΚΑΤΑ ΤΕΤΟΙΟ ΤΡΟΠΟ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ Η ΠΑΡΑΠΕΡΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΗΘΟΥΝ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΟΥΝ. Η ΑΝΤΙΛΗΨH ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΡΙΣΤΕΙ ΩΣ Η ΓΝΩΣΤΗΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ, ΠΡΟΣΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ, ΟΡΓΑΝΩΝΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ.
ΔΗΛΑΔΗ ΤΑ ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΔΙΕΓΕΙΡΟΥΝ ΤΑ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΑ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΖΟΘΝ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΝΕΥΡΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΓΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ. ΑΥΤΗ ΛΟΙΠΟΝ Η ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΕΙΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ, ΣΥΓΚΡΟΤΕΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΟΣ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΑΝΤΙΛΗΨΗ.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ
Πριν εξετάσουμε τα στάδια της αντιληπτικής διαδικασίας θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι διάφορες περιπτώσεις των αντιληπτικών εμπειριών μπορούν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες:
• Η πρώτη αφορά την αντίληψη των ερεθισμάτων για τα οποία δεν έχουμε προηγούμενη αντιληπτική εμπειρία.
• Η δεύτερη κατηγορία αντιληπτικών εμπειριών αναφέρεται στην αναγνώριση των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων.
Η μελέτη και ανάλυση όλων των κατηγοριών των αντιληπτικών εμπειριών έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ολοκλήρωση της διαδικασίας της αντίληψης περιλαμβάνει 2 κύρια στάδια.
1. Το στάδιο της επιλογής των πληροφοριών (κατά το οποίο επιλέγετε και προσλαμβάνεται το ερέθισμα
2. Το ευρύτερο γνωστικό στάδιο αναγνώρισης των πληροφοριών. Ειδικότερα κατά το στάδιο της αναγνώρισης υποθέτουμε ότι λειτουργούν οι γνωστικοί μηχανισμοί της κωδικοποίησης, της αναπαράστασης, συγκράτησης και ανάσυρσης των πληροφοριών που συντελούν στην απόσπαση των πληροφοριών από το ερέθισμα, στην οργάνωση τους και στην ερμηνεία τους, η οποία ολοκληρώνει την αναγνώριση τους.
A. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Το αρχικό στάδιο (ή προστάδιο) της γνωστικής επεξεργασίας των πληροφοριών για την αντίληψη τους, τη συγκράτηση τους και την τελική εκμάθησή τους πιστεύετε πως είναι η επιλογή των πληροφοριών. Η αναγκαιότητα της λειτουργίας ενός μηχανισμού επιλογής ορισμένων πληροφοριών για την γνωστική επεξεργασία επιβάλλεται από το γεγονός ότι από το πλήθος των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος τα αισθητήριά μας μπορούν να προσλάβουν μόνο ένα μέρος από αυτά σε μια χρονική στιγμή. Η επιλεκτική πρόσληψη λοιπόν πρέπει να βασιστεί σε μηχανισμούς οι οποίοι αγνοούν τις λιγότερο σημαντικές πληροφορίες και επιλέγουν εκείνες που μεταφέρουν τα περισσότερα μηνύματα. Το αρχικό στάδιο της αντιληπτικής διαδικασίας συνίσταται κυρίως στην αύξηση της ετοιμότητας του ατόμου να προσλάβει και να επεξεργαστεί τις πληροφορίες και την επιλογή μερικών από αυτές για επεξεργασία.
Η ετοιμότητα για επιλογή και πρόσληψη των περιβαλλοντικών ερεθισμάτων είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία τον κατοπινών γνωστικών διαδικασιών. Συνήθως αυτό το προστάδιο της γνωστικής λειτουργιάς προσδιορίζετε με τον όρο «προσοχή». Ανεξάρτητα όμως από την ορολογία που χρησιμοποιείται, εκείνο που αναμφισβήτητα πρέπει να συμβαίνει κατά τη διάρκεια του, είναι ένα είδος «γνωστικής εγρήγορσης», που προετοιμάζει όλες τις φάσεις του γνωστικού συστήματος για την επικείμενη πρόσληψη και επεξεργασία του ερεθίσματος αρχίζοντας από την επιλογή του.
Το πληροφοριακό ερέθισμα που τελικά επιλέγουμε για γνωστική επεξεργασία καθορίζεται από παράγοντες που αναφέρονται τόσο στη φύση του ερεθίσματος όσο και έμφυτες προδιαθέσεις του άτομου. Τα στοιχεία του ερεθίσματος που προσελκύουν την προσοχή μας είναι η κίνηση, η αντίθεση (χρώματος, μεγέθους, τάξης, έντασης κ.α. ) η ομοιότητα κ.α.
Η επιλογή επηρεάζεται και από την προδιάθεση, το ενδιαφέρον, την εμπειρία, την προτίμηση και γενικά από παράγοντες που αναφέρονται στο ίδιο το άτομο.
B. Η ΑΝΑΓΝΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Η αναγνώριση των πληροφοριακών ερεθισμάτων αποτελεί μια χρήσιμη και αναγκαία προϋπόθεση για την αντιληπτική επεξεργασία των πληροφοριών. Για να γίνεται όμως αντιληπτό το επιλεγόμενο ερέθισμα, πρέπει να υποστεί μια σειρά από λειτουργικές επεξεργασίες που συγκροτούν τη φάση εκείνη που είναι γνωστή ως αναγνώριση των πληροφοριών.
Η αναγνώριση είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία παρόλο που φαίνετε ότι συμβαίνει ομαλά, ωστόσο όχι μόνο παρουσιάζει διαφορές από άτομο σε άτομο, αλλά ενδέχεται να μην ολοκληρώνεται κιόλας. Η αποτυχίες της αναγνώρισης αποτελούν πηγή μελέτης και έχουν οδηγήσει στην διατύπωση ορισμένων συμπερασμάτων αναφορικά με την λειτουργία της αντίληψης.
6. Τι γνωρίζετε για τις Αντιληπτικές πλάνες;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Αντιληπτικές πλάνες
Αποτελούν ένα αντιληπτικό φαινόμενο το οποίο εκφράζει τις αντικειμενικά μετρήσιμες διαφορές και αποκλίσεις ανάμεσα σε μια πραγματική φυσική κατάσταση και στην υποκειμενική αντίληψη του ατόμου, δηλαδή εκφράζει την ασυμφωνία ανάμεσα στην αισθητηριακή «πραγματική»
Εμπειρία και στην υποκειμενική ερμηνεία αυτής της εμπειρίας. Σύμφωνα με τον Gregory ( 1983,1995) υπάρχουν τέσσερις (4) κατηγορίες οπτικών πλανών
1) Παραμορφώσεις- παραποιήσεις ( γεωμετρικές οπτικές πλάνες )
2) Αμφίσημες μορφές – διφορούμενες- εναλλασσόμενες .
3) Παράδοξες – παράλογες – απροσδιόριστες.
4) Φανταστικές ανύπαρκτες μορφές ( δημιουργήματα φαντασίας.
Οργάνωση οπτικών ερεθισμάτων
Τα οπτικά ερεθίσματα οργανώνονται σε ομάδες/σύνολα, ώστε να αποκτήσουν νόημα.
Νόμοι του Gestalt:
1) Νόμος φανερότητας
Αντιλαμβανόμαστε κυρίως μορφές που ξεχωρίζουν λόγω ενός συγκεκριμένου χαρακτηριστικού.
2) Νόμος εγγύτητας
Στοιχεία με μικρή απόσταση φαίνονται ως σύνολο.
3) Νόμος ομοιότητας
Στοιχεία που μοιάζουν μεταξύ τους γίνονται αντιληπτά ως σύνολο.
4) Νόμος συνέχειας
Ερεθίσματα, συνέχεια ερεθισμάτων, γίνονται αντιληπτά μαζί.
5) Νόμος κλειστότητας
6) Νόμος κοινής μοίρας
7) Νόμος συνεχόμενης γραμμής
7. Αναλύστε τη θεωρητική κατεύθυνση της κλασσικής εξαρτημένης μάθησης.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η θεωρία του Pavlov – Θεωρία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης Ο Παυλόφ θέλησε να μάθει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε. Ξεκίνησε κάνοντας πειράματα κυρίως σε ζώα. Είναι γνωστό το «σκυλί του Παυλόφ», ένα πείραμα, σύμφωνα με το οποίο ο Παυλόφ θέλησε να μελετήσει την ποσότητα της έκκρισης σάλιου στο στόμα του σκύλου, όταν του πρόσφε¬ρε ένα κομμάτι κρέας.
Για να υλοποιήσει το πείραμα
Παυλόφ προσάρμοσε στο στόμα του σκύλου ένα σωλήνα που κατέληγε σε ένα δοχείο. Κάθε φορά που πλησίαζε το κρέας στον σκύλο, εκείνος έβγαζε σάλιο το οποίο το μάζευε στο δοχείο και μετρούσε την ποσότητά του. Ο Παυλόφ πίστευε ότι η έκκριση του σάλιου ήταν αντανακλαστική: ο εγκέφαλος του σκύλου βλέπει την τροφή και δίνει εντολές στους σιελογόνους αδένες να βγάζουν σάλιο για να καταπιεί την τροφή πιο εύκολα.
Σιγά σιγά, όμως ο Παυλόφ παρατήρησε ότι ο σκύλος δεν έβγαζε σάλιο μόνο όταν έτρωγε την τροφή αλλά και όταν την έβλεπε. Επίσης σιγά σιγά ο σκύλος άρχισε να βγάζει σάλια ακόμη και όταν άκουγε τα βήματα του φύλακα στο διάδρομο να του φέρνει το φαγητό: η έκκριση δηλαδή του σάλιου γινόταν και χωρίς την θέα της τροφής. Ο σκύλος αντιδρούσε σαν να καταλάβαινε ότι έρχεται η τροφή.
Στη συνέχεια ο Παυλόφ σκέφτηκε να κάνει και το εξής: κάθε φορά που θα ερχόταν η τροφή θα χτυπούσε και ένα καμπανάκι. Για πολύ καιρό συνδύαζε την τροφή του σκύλου με το καμπανάκι, ώσπου στο τέλος παρατήρησε ότι κάθε φορά που χτυπούσε το καμπανάκι, οι σιελογόνοι αδένες του σκύλου έκκριναν σάλιο και χωρίς τη θέα της τροφής. Ο σκύλος είχε «μάθει» ότι αν χτυπούσε το καμπανάκι, τότε θα ερχόταν και η ώρα να φάει και τότε ο οργανισμός του έκκρινε σάλιο συνδέοντας έτσι την τροφή με τον ήχο του κουδουνιού. Έτσι λοιπόν, ο Παυλόφ κατάλαβε ότι το «ερέθισμα - κουδούνι» παράγει ένα «ερέθισμα – έκκριση σάλιου». Αυτή η παρατήρηση του Παυλόφ είναι γνωστή ως θεωρία των εξαρτημένων αντανακλαστικών, η οποία με τη σειρά της οδήγησε στην διατύπωση της θεωρίας της κλασικής εξαρτημένης μάθησης.
Η τελική θεωρία της κλασικής εξαρτημένης μάθησης διατυπώθηκε ως εξής: ένα ελεγχόμενο ερέθισμα(κουδούνι) το οποίο, στην αρχή τουλάχιστον, είναι άσχετο με μία μη ελεγχόμενη(σάλια) μπορούν να συνδυαστούν με ένα μη ελεγχόμενο ερέθισμα η παροχή φαγητού στον σκύλο). Ο Παύλωφ και η ερευνητική του ομάδα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι και ο άνθρωπος μαθαίνει με ανάλογο τρόπο: μπορεί να φτάσει σε μία επιθυμητή συμπεριφορά ανάλογα με τα ερεθίσματα που δέχεται. Κάθε ερέθισμα δίνει μια πληροφορία και μπορεί ακόμα να προκαλεί και μια απάντηση. Με την επανάληψη των ερεθισμάτων μπορεί ο άνθρωπος να μάθει μία συγκεκριμένη συμπεριφορά
8. Η συντελεστική μάθηση του Skinner.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Η θεωρία του Skinner - Θεωρία του συμπεριφορισμού (behaviorism)
Ο Σκίνερ κυρίως ενδιαφέρθηκε για την συντελεστική μάθηση, την οποία ονόμασε και «ενεργό», διότι πίστευε ότι ο άνθρωπος συμμετέχει ενεργά στην επιλογή ή τον αποκλεισμό των ερεθισμάτων που δέχεται. Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνο αντιδρώντας ακούσια ή αυτόματα σε ένα ερέθισμα, αλλά μπορεί να επιλέγει την απάντηση που θα του δώσει την μεγαλύτερη ικανοποίηση. Ο άνθρωπος δεν είναι παθητικός στα ερεθίσματα: ο Σκίνερ αναγνωρίζει στον άνθρωπο έναν πιο ενεργητικό ρόλο στη διαδικασία «ερέθισμα -> αντίδραση». Συνεπώς, τα κίνητρα της συμπεριφοράς καθορίζονται κυρίως από το αποτέλεσμά της και όχι από τα ερεθίσματα
Ο Σκίνερ πίστευε ότι λειτουργεί μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, το οποίο πρέπει να μελετηθεί για την ποιότητα των ερεθισμάτων που «εκπέμπει», γι’ αυτό και ο Σκίνερ ονόμασε την προσέγγισή του λειτουργική (operant). Στο βασικό μπιχεβιοριστικό σχήμα «ερέθισμα -> αντίδραση» θα πρέπει να ερευνηθεί και ο παράγοντας «περιβάλλον», που δίνει το ερέθισμα. Όμως ο Σκίνερ έκανε και ένα βήμα παραπέρα, προσθέτοντας στο σχήμα του και τις συνέπειες. Έδινε μεγάλη σημασία σε αυτές, διότι πίστευε πως η επανάληψη πολλών ερεθισμάτων θα φτιάξει μία σειρά από αντιδράσεις, των οποίων οι συνέπειες θα εδραιώσουν ή θα απορρίψουν μία συμπεριφορά: Ερέθισμα => Αντίδραση => Συνέπειες = Συμπεριφορά. Επομένως, όλη η συμπεριφορά εξαρτάται κυρίως από τις συνέπειές της και όχι τόσο από το ερέθισμά της.
Σύμφωνα με τον Σκίνερ, οι συνέπειες σε κάθε αντίδραση μπορεί να είναι θετικές ή αρνητικές (θετική ή αρνητική ενίσχυση - reinforcement). Ενισχυτής (reinforcer) είναι κάθε ερέθισμα που αυξάνει την πιθανότητα μιας συμπεριφοράς να επαναληφθεί. Πρωταρχικός ενισχυτής (primary reinforcer) είναι η αμοιβή που ικανοποιεί βασικές ανάγκες, π.χ. πείνα ή δίψα, και λειτουργεί φυσικά. Δευτερεύων ενισχυτής (secondary reinforcer) είναι εκείνος που σχετίζεται με τον πρωταρχικό, π.χ.: τα λεφτά που θα μας επιτρέψουν να πάρουμε φαγητό . Στη συνέχεια, θετικός ενισχυτής (positive reinforcer) είναι εκείνος που θα αυξήσει την πιθανότητα επανάληψης μιας εξαρτημένης συμπεριφοράς, ενώ ένας αρνητικός ενισχυτής (negative reinforcer) θα την καταστείλει (Feldman, 1990:168 - 169). Ο αρνητικός ενισχυτής διδάσκει στο άτομο ότι αν κάνει μία συγκεκριμένη ενέργεια τότε απομακρύνεται ένα αρνητικό ερέθισμα (Bernstein & συν., 1994:268-272).
Για παράδειγμα, το γεγονός ότι θα πληρωθώ στο τέλος του μήνα από την εργασία μου είναι ένας θετικός ενισχυτής για την συνέχιση της ίδιας εργασίας και τον επόμενο μήνα. Εάν το ραδιόφωνο παίζει τόσο δυνατά, που είναι ενοχλητικό για τα αυτιά, τότε το χαμήλωμα της έντασης είναι η μόνη λύση: έτσι ο ενοχλητικός θόρυβος του ραδιοφώνου είναι ο αρνητικός ενισχυτής που θα οδηγήσει το άτομο στο χαμήλωμα της έντασης, μια συμπεριφορά που θα επαναλαμβάνεται σε κάθε ηχητική ενόχληση. Το αυτόματο μηχάνημα πώλησης αναψυκτικών, που χάλασε και «έφαγε» το κέρμα μας είναι ο αρνητικός ενισχυτής που θα μας οδηγήσει στη βίαιη συμπεριφορά απέναντί του (Zimbardo, 1994:210-213).
Ο έπαινος, η αποδοχή, το χαμόγελο, η εκτίμηση κλπ μπορούν να είναι θετικοί ενισχυτές ενώ η άρνηση, η απόρριψη, η αποστροφή, η τιμωρία, ο πόνος μπορεί να είναι αρνητικοί ενισχυτές. Η συνέπεια λοιπόν μπορεί να ενισχύσει μία συμπεριφορά και ο άνθρωπος κυρίως μαθαίνει από τις συνέπειες των πράξεών του. Επομένως, ο παράγοντας «περιβάλλον» θα πρέπει να εξεταστεί και από αυτή την σκοπιά (Bernstein & συν., 1994:285).
Ο Σκίνερ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μπορούν όλες οι πιθανές συμπεριφορές των ανθρώπων να προβλεφθούν αν λάβουμε υπόψη μας το σχήμα: Ερέθισμα => Αντίδραση => Συνέπειες = Συμπεριφορά. Όμως και αυτός έδειχνε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στη λογική διάσταση του ανθρώπινης συμπεριφοράς, πιστεύοντας ότι «αν γίνει αυτό, τότε θα συμβεί νομοτελειακά εκείνο». Αν υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένα ερέθισμα, π.χ. ο τραυματισμός από έναν σκύλο στην παιδική μας ηλικία, συνδέεται με την φοβία μας για τα σκυλιά, τότε η μόνη λύση είναι να μας εξηγήσουν τους λόγους της φοβίας μας. Αν μας εξηγήσουν λογικά και μας πείσουν ότι το σκυλί εκείνο ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση και ότι όλα τα σκυλιά είναι, κατά γενική παραδοχή, φιλήσυχα και καλά, τότε το πιο πιθανό είναι ότι θα πάψουμε να φοβόμαστε τους σκύλους. Αυτό σημαίνει ότι μια ανθρώπινη συμπεριφορά (ο φόβος για τα σκυλιά) αποβλήθηκε με τον θετικό ενισχυτή της λογικής εξήγησης και της ανθρώπινης ικανότητας της σκέψης (Νασιάκου & συν., 1988:88).
Συνοψίζοντας, ο Σκίνερ πίστευε ότι ο άνθρωπος δεν είναι σαν τα άλλα ζώα: έχει τη λογική του, μπορεί να σκέπτεται και να προβλέπει τις συνέπειες των εξωτερικών ερεθισμάτων και των πράξεων του, γεγονός που επηρεάζει τη συμπεριφορά του. Οι διαφορά του με τους άλλους ερευνητές της ανθρώπινης συμπεριφοράς ορίζεται στα εξής σημεία:
Στην εξέλιξη της θεωρίας της ενεργούς συντελεστικής εξαρτημένης μάθησης από τον Σκίνερ, ο άνθρωπος μαθαίνει από τις συνέπειες που μπορεί να έχουν οι πράξεις του στον εαυτό του και στο περιβάλλον (ΜΑΘΗΣΗ: Ερέθισμα => Αντίδραση => Συνέπειες = Συμπεριφορά).
5. Αναφέρατε τα απαραίτητα έπιπλα, αξεσουάρ μπάνιου, περιπάτου, διατροφής και ύπνου σε ένα βρεφονηπιακό σταθμό.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:΄
1. Έπιπλα-Σκευή
• Συρταριοθήκη
• Κάθισμα επισκέπτη
• Τραπέζι αναμονής
• Τραπέζι τηλεφώνου
• Καλόγερος
• Ομπρελοθήκη
• Γραφείο υπαλλήλου
• Καναπές διθέσιος/τριθέσιος
• Τραπέζι σαλονιού
• Καρέκλες για βρεφοκόμους
• Αρχειοθήκη
2. Μηχανές γραφείου /ηλεκτρικές συσκευές
• Στερεοφωνικό
• Φωτοαντιγραφικό
• Τηλεόραση
• Video/DVD
• Τηλεομοιότυπο (fax)
• Συναγερμός
• Ανεμιστήρες
• Air-condition
• Προβολέας slides
3. Είδη ιματισμού
• Σεντόνια
• Παπλώματα
• Κουβέρτες όλα βαμβακερά
• Κουρτίνες
• Τραπεζομάντηλα
Ταΐσματος
μπάνιου
• Πετσέτες προσόψια(για το πρόσωπο)
4. Είδη εστιάσεως /ηλεκτρικές συσκευές
• Ηλεκτρικό ψυγείο
• Πιάτα
• Πιρούνια
• Κουτάλια
• Ποτήρια
• Βραστήρας
• Τηγάνια
• Κατσαρόλες
• Χύτρα
5. Για το μπάνιο
• Δοχεία απορριμμάτων
• Χαρτιά υγείας
• Πετσέτες (προσώπου και μπάνιου)
• Σαπούνι
• Οδοντόκρεμες
• Καθρέπτες
• Γιο-γιό
• Σφουγγάρια
• αφρόλουτρο
. Αναφέρατε τα στάδια ανάπτυξης κατά Erikson.
Erikson
• Γέννηση ως 1 έτους (Στοματικό): εμπιστοσύνη κατά δυσπιστίας
• 1 ως 3 ετών (Πρωκτικό) Αυτονομία κατά ντροπής και αμφισβήτησης
• 3 ως 6 ετών (Φαλλικό) Πρωτοβουλία κατά ενοχής
• 6 ως 12 ετών (Λανθάνον) Εργατικότητα κατά αισθήματος κατωτερότητας
• 12 ως 20 ετών (Πρώιμο γενετήσιο (εφηβεία)) Ταυτότητα κατά σύγχυσης ρόλων
• 20 ως 40 ετών (νεότητα) (Γενετήσιο) Οικειότητα κατά απομόνωσης
• 40 ως 65 ετών (μέση ηλικία) (Γενετήσιο) Παραγωγικότητα κατά απραξίας
• Τρίτη ηλικία Πληρότητα του εγώ κατά απελπισίας (Γενετήσιο)
Ψυχοκοινωνικά στάδια ανάπτυξης του ανθρώπου(E.Erikson)
1.Βασική εμπιστοσύνη Vs Μη-εμπιστοσυνη (Ομ.-12/18μ.)
Το νεογέννητο θα αναπτύξει την αίσθηση του εάν μπορεί να εμπιστευτεί τον κόσμο η όχι. Σε αυτό το τόσο πρώιμο στάδιο ένα άτομο μπορεί να αναπτύξει την αίσθηση της ελπίδας.
2.Αυτονομια Vs Ντροπή και Αμφιβολία (12/18μ.-3χρ.)
Το παιδί μπορεί να αναπτύξει μια ισορροπία ανεξαρτησίας μέσω του περιβάλλοντος (γονείς) ή να αναπτύξει τα συναισθήματα της αμφιβολίας και της ντροπής. Σε αύτη τη φάση το παιδί μπορεί να αναπτύξει θέληση.
3.Πρωτοβουλία Vs Ενοχή (3χρ.-6χρ.)
Το παιδί σε αυτήν την ηλικία θα αναπτύξει τη δική του πρωτοβουλία να δοκιμάζει νέα πράγματα και δεν θα υπερβαρένεται από αποτυχίες η θα αναπτύξει την αίσθηση της ενοχής και θα φοβάται να δοκιμάσει οτιδήποτε νέο. Σε αύτη τη φάση το παιδί θα μάθει να έχει σκοπό στη ζωή του.
4.Παραγωγικότητα Vs Κατωτερότητα (6χρ-εφηβεια)
Το παιδί μαθαίνει νέος ικανότητες σχετικά με τη κουλτούρα στην οποία μεγαλώνει. Σε αυτό το στάδιο μπορεί να νιώσει επίσης και το αίσθημα την κατωτερότητας. Η αρετή που θα αποκτηθεί σε αυτό το στάδιο είναι η ικανότητα.
5.Ταυτοτητα Vs Σύγχυση Ταυτότητας (εφηβεία-ενηλικίωσηη)
Προδιαγραφή αίσθησης του εαυτού μας. Σε αυτό το στάδιο αποκτείται η ακεραιότητα χαρακτήρα.
6.Τρυφερότητα Vs Απομόνωση (νεαρή ηλικία)
Προσπάθεια δέσμευσης με άλλα άτομα. Σε περίπτωση αποτυχίας το άτομα θα υποφέρει από απομόνωση και μπορεί να καταντήσει εγωιστής. Σε αυτό το στάδιο ανακαλύπτεται η αγάπη που μπορούμε να αισθανθούμε για ξένα άτομα.
7.Γενναιοδωρια Vs Κατακράτηση (μέση ηλικία)
Οι ώριμοι άνθρωποι τους ενδιαφέρει η καθοδήγηση της επόμενης γενιάς και δίνουν ότι μπορούν. Στην αντίθετη περίπτωση οι άνθρωποι αυτής της ηλικίας είναι στερημένοι ψυχικά και προσπαθούν να κρατούν τα πάντα για τον εαυτό τους. Σε αυτή την ηλικία ανακαλύπτεται η αρετή της φροντίδας.
8.Κύρος Vs Απελπισία (τρίτη ηλικία)
Οι άνθρωποι καταφέρνουν να είναι πλέον αποδεκτοί στον εαυτό τους και στους γύρω τους. Αποδέχονται τη ζωή και κατά συνέπεια και τον θάνατο. Εάν δεν μπορούν να αποδεκτού αυτά τα δεδομένα πέφτουν σε απελπισία. Η αρετή που αποκτείται σε αύτη την ηλικία είναι η σοφία.
Τι γνωρίζετε για την Βιωματική – Επικοινωνιακή Διδασκαλία;
Είναι κοινή διαπίστωση ότι στο σημερινό σχολείο με την παραδοσιακή διδασκαλία κυριαρχεί μια άκρατη νοησιαρχία. Ο μαθητής, ένας από τους παράγοντες της μάθησης κατά την διδασκαλία παραμένει ένας παθητικός δέκτης ξένων επιθυμιών και πορισμάτων. Ο δάσκαλος, ο δεύτερος παράγοντας της μάθησης, είναι ο μεσολαβητής, ο ενδιάμεσος που μεταβιβάζει τη γνώση στον μαθητή. Με τον τρόπο αυτό βέβαια ο μαθητής αποξενώνεται από την σχολική πραγματικότητα χωρίς περιθώρια δράσης και χωρίς διάθεση για συνεργασία με τους συμμαθητές του και με το δάσκαλο.
Η βιωματική – επικοινωνιακή διδασκαλία έρχεται να κάνει το μαθητή κοινωνό της δυναμικής του σχολείου με την ενεργή συμμετοχή του στην απόκτηση της γνώσης. Η γνώση γίνεται κτήμα του μαθητή με αφετηρία της διδακτικής πράξης προσωπικές του βιωματικές καταστάσεις ή βιώματά του. Η βιωματική διδασκαλία εξελισσεται σε τρεις φάσεις:
1.Ο μαθητής προσπαθεί να μεταφέρει τους προβληματισμούς του στο κέντρο της συζήτησης με τους συμμαθητές του.
2.Στη φάση της ανάλυσης αναζητούνται οι διάφορες πτυχές του βιώματός του και ποια στοιχεία της αναζήτησης αυτής μπορεί να γίνουν αντικείμενα διδακτικής δραστηριότητας.
3.στη φάση αυτή γίνεται προσπάθεια για συγκερασμό των βιωματικών καταστάσεων με τις προδιαγραφές του αναλυτικού προγράμματος.
Για την επίτευξη της βιωματικής διδασκαλίας είναι απαραίτητη η ενίσχυση της ατομικής και ομαδικής αυτονομίας.
Ορισμένοι παραδέχονται την παντοδυναμία της διδακτέας ύλης. Σύμφωνα μ’ αυτούς λοιπόν, αν θα μπορούσαμε να αλλάξουμε το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης θα καταργούνταν αυτόματα και οι συντηρητικές δομές του σχολείου αφού η ύλη παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διδακτική πράξη.
Φαίνεται όμως πως δεν φτάνει να αλλάξει το περιεχόμενο της διδακτέας ύλης. Παράλληλα πρέπει να αλλάξει η μορφή της διδασκαλίας και οι διδακτικοί στόχοι. Οι στόχοι και η μορφή της διδασκαλίας πρέπει να συντονίζονται. Το ζητούμενο είναι η αυτονομία του μαθητή. Σαν αυτονομία εννοείται ο αυτοκαθορισμός και η χειραφέτησή του. Τα άτομα και οι ομάδες έχουν λόγο να αποφασίζουν, να εκφράζουν απόψεις, να διαφωνούν, να ενεργούν υπεύθυνα. Μ’ αυτή την έννοια ο όρος αυτονομία είναι επικρατέστερος της έννοιας μαθησιακή ικανότητα. Η βιωματική διδασκαλία κινείται στην κατεύθυνση της αποδοχής , της ισότητας, της συνεργασίας και αντιπαλεύει την επικράτηση του ανταγωνισμού, της επίδειξης γνώσεων, του παραγκωνισμού των αδύνατων κατά τη διδακτική πράξη.
Οι γνώσεις στη βιωματική διδασκαλία δεν είναι αυτοσκοπός αλλα εργαλείο στη διαδικασία της μάθησης. Και μάθηση δε σημαίνει απλή μετάδοση γνώσεων αλλά αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και διαδικασία αντιμετώπισης των γεγονότων μέσα στο περιβάλλον του ανθρώπου.
Το παραδοσιακό σχολείο στοχεύει στον εφοδιασμό των μαθητών με πληθώρα γνώσεων που θα τους βοηθήσουν ως ενήλικες να λύσουν προβλήματα που θα τους απασχολήσουν στο μέλλον. Το προοδευτικό σχολείο στοχεύει να μάθει ο μαθητής τον τρόπο που αποχτιέται η γνώση, να αποχτήσει δηλαδή τις ικανότητες που θα τον οδηγήσουν στην κατάκτηση της επιστημονικής αλήθειας. Και η κατάκτηση της επιστημονικής αλήθειας μπορεί να επιτευχθεί με άσκηση σε πραγματικές καταστάσεις από το κοινωνικό περιβάλλον γι’ αυτό ένα μέρος της σχολικής δραστηριότητας είναι απαραίτητο να μεταφέρεται εκτός σχολείου ή να μπαίνει η ίδια η κοινωνία μέσα στο σχολείο.
Αναφέραμε ότι τα βιώματα έχουν πρωτεύοντα ρόλο κατά την βιωματική διδασκαλία. Πώς όμως θα γίνεται η επιλογή των κατάλληλων βιωμάτων που θα γίνουν αντικείμενα διδακτικής πράξης; Στην επιλογή των βιωμάτων υπάρχουν δυο βασικά κριτήρια:
1.Η ένταση του προβληματισμού.(πρέπει να προκαλεί ενδιαφέρον συνεχές)
2.Πόσο μπορεί ο προσωπικός προβληματισμός ενός παιδιού να προκαλέσει το ενδιαφέρον μιας μεγάλης μερίδας της διδακτικής ομάδας.
Βέβαια χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δημιουργηθούν καταπιεστικές τάσεις στις ομάδες, να μη περιθωριοποιούνται κάποια άτομα και να επιβάλλονται κάποια άλλα κλπ.
Η βιωματική διδασκαλία είναι και επικοινωνιακή. Όλα τα μέλη της ομάδας καταθέτουν τις απόψεις, τις εμπειρίες, τα επιχειρήματά τους σε μια διαδικασία αλληλεπίδρασης παρουσία του εκπαιδευτικού ο οποίος αποτελεί ισότιμο μέλος της ομάδας. Η διεξαγωγή του μαθήματος θεωρείται ως αντίληψη της σχέσης ο ένας δίπλα στον άλλον κι όχι ο ένας εναντίον του άλλου.